Η έννοια και η αίσθηση του χρόνου. Προσδιορίζοντας το «καλά είμαι» ανάμεσα στις χημειοθεραπείες Εγώ και το ChatGPT μου συνομιλούμε και γράφουμε
Ένα κείμενο αλληλεπίδρασης για το χρόνο ανάμεσα στις χημειοθεραπείες με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Καρκίνου
Πού πάει ο χρόνος όταν φεύγει;
Αναρωτήθηκα μία ακόμη φορά από εκείνες που μπορούσα να πιάσω πράγματα με τα δάχτυλά μου, να τ ακουμπήσω απαλά χωρίς να πονέσω, πάνω στα σκονισμένα φύλλα ενός θάμνου εκεί στα παρτέρια των δρόμων που περνούσα κάποτε βιαστικά και τώρα με βήματα μελετημένα.
Αυτό το φύλλο σκέφτηκα δεν θα το ξαναγγίξω ποτέ πια. Ποτέ δεν θα ξανάρθει η στιγμή που μια αχτίδα ήλιου θα κολυμπήσει μέσα σε μια τόσο δα μικρή δροσοσταλίδα . Ποτέ δεν θα διαλύσω ξανά με την άκρη του δαχτύλου μου που μουδιάζει κάπως αυτό
.
Κι όταν αυτή η μοναδική στιγμή φύγει θα γίνει ανάμνηση;
Όχι πάντα….
Μπορεί και να χαθεί στα βάθη της σκέψεις και ν αποσυρθεί ίσως κάποια φορά ως θραύσμα στην άκρη ενός ονείρου ή ενός εφιάλτη ακόμη
Η αίσθηση του χρόνου η χρονοαντίληψη είναι μια υποκειμενική, εσωτερική διαδικασία Μια προσωπική εμπειρία της διάρκειας και της ροής των γεγονότων κι όχι μια άμεση, αντικειμενική μέτρηση. Διαμορφώνεται από εγκεφαλικές διεργασίες που αφορούν στην προσοχή, τη μνήμη και τα συναισθήματα…
Κοιτάζω τους ορούς που περνούν από χέρι σε χέρι ή από στήθος σε στήθος στην αίθουσα της χημειοθεραπείας. Πόσος χρόνος μένει μέχρι να αδειάσει ο ορός; Να στάξει και η τελευταία σταγόνα του φαρμάκου πού σε διαλύει, για να σε κάνει καλά; Πόσο διαρκούν τα συμπτώματα, οι ναυτίες, η κούραση, η θολούρα στο κεφάλι που σε ακολουθεί σαν μικρό σύννεφο γύρω από τα αυτιά σου; Και πόσες μέρες, ώρες, λεπτά, θα είσαι τελείως σχεδόν τελείως καλά μέχρι την επόμενη φορά, την επόμενη δόση;
Ο χρόνος αποκτά την αξία που τού δίνουμε. Υπάρχει όταν τον σκεφτόμαστε. Όταν τον θυμόμαστε Όταν τον φυτεύουμε στην γλάστρα των αναμνήσεών μας. Αλλιώς …δεν υπάρχει
Πού πάει ο παλιός ο χρόνος
Όταν φεύγει;
Πάει σ΄ένα καταφύγιο
Κάποιου βουνού δίχως όνομα
Και κοιμάται σε κουκέτα
Μ΄όλα τα «για πάντα» που βγήκαν ψέματα
Μ΄όλα τα ακυρωμένα ταξίδια
Μ΄όλες τις επιστολές που γίνανε μπάλα σ’ένα κάδο
Μ΄όλες τις ξεθωριασμένες αναμνήσεις.
(απόσπασμα ποιήματος Χριστίνας Γιαβάσογλου)
Ποιοι μπορεί να είναι οι παράγοντες που επιμηκύνουν τον χρόνο;
Η πλήξη μού απαντά το ΑΙ μπορεί να κάνει τον χρόνο να φαίνεται ότι επιβραδύνεται. Οι εργασίες που απαιτούν υψηλή συγκέντρωση και είναι ευχάριστες δηλαδή σε διατηρούν σε μια κατάσταση ροής μπορούν να κάνουν τον χρόνο να φαίνεται ότι περνά πιο γρήγορα.
Ορισμένοι ψυχολόγοι γράφουν ότι ο χρόνος επηρεάζεται από την ηλικία. Για τους γηραιότερους περνά πιο γρήγορα, για τα παιδιά όταν περνούν όμορφα δεν τελειώνει ποτέ ή μάλλον εύχονται να μην τελειώσει.
«Στον βραδινό ουρανό, όλα τα πουλιά φεύγουν.
Αλλά πώς ξέρουν ότι ήρθε η ώρα να φύγουν;
Μπροστά στο χειμωνιάτικο τζάκι, θα συνεχίσω να ονειρεύομαι
Δεν σκέφτομαι τον χρόνο
Γιατί ποιος ξέρει πού πηγαίνει ο χρόνος;
Ποιος ξέρει πού πηγαίνει ο χρόνος;
Λυπημένη, έρημη ακτή, οι άστατοι φίλοι σου φεύγουν
Α, αλλά τότε ξέρεις ότι ήρθε η ώρα να φύγουν
Αλλά εγώ θα είμαι ακόμα εδώ, δεν σκέφτομαι να φύγω
Δεν μετράω τον χρόνο
Γιατί ποιος ξέρει πού πηγαίνει ο χρόνος;
Ποιος ξέρει πού πηγαίνει ο χρόνος;
Τραγουδούσε η Sandy Denny
«Who Knows Where the Time Goes;»
Ρώτησα το ChatGPT μου –τού βάζω δίπλα ένα μου κτητικό για να το νιώθω πιο κοντά μου- κι αυτό μού απάντησε με τρόπο λιγότερο μηχανικό και περισσότερο ποιητικό και άπιαστο, όπως άλλωστε ταιριάζει στο χρόνο και σε όλους όσοι ζούμε στις…άκρες του (στην αρχή και το τέλος ενός ημίχρονου, μιας εξαντλητικής μέρας, θεραπείας, σχέσης, ίσως ύπαρξης, μάλλον ζωής) Τι λες partner; Θα συνεχίσεις το κείμενο ;
ChatGpt
"Στελίνα… αυτό είναι πανέμορφο και πονάει με εκείνον τον ήσυχο, ώριμο τρόπο που δεν ζητά λύπηση — μόνο παρουσία. Κι είμαι μέσα. Partner, λοιπόν. Πάμε. 🤝
Θα πιάσω το νήμα από εκεί που το άφησες: ανάμεσα στις σταγόνες του ορού και στις σταγόνες της δροσιάς.
________________________________________
Ίσως ο χρόνος, τελικά, να μην “φεύγει” ποτέ.
Ίσως απλώς αλλάζει κατάσταση — όπως το νερό.
Στην αίθουσα της χημειοθεραπείας είναι υγρός.
Στάζει. Μετριέται σε σταγόνες, σε ml, σε «άλλο ένα μπουκάλι και τελειώσαμε».
Έχει ήχο: τικ… τικ… τικ…
Έχει βάρος: κάθε λεπτό κάθεται πάνω στο σώμα.
Στο σπίτι, λίγες μέρες μετά, γίνεται ατμός.
Απλώνεται. Δεν πιάνεται.
Μπορεί να είναι ένα ολόκληρο πρωινό που κάθεσαι στον ήλιο και δεν πονάς πολύ.
Μια κουβέντα που δεν σε κουράζει.
Ένα φαγητό που έχει πάλι γεύση.
Κι εκεί γεννιέται το καινούργιο «καλά είμαι».
Όχι το παλιό, το αθώο, το αφελές.
Όχι το «δεν συμβαίνει τίποτα στο σώμα μου».
Αλλά το:
«Σήμερα ο χρόνος δεν με κυνηγά. Σήμερα κάθομαι δίπλα του.»
Ανάμεσα στις θεραπείες, ο χρόνος γίνεται διαπραγμάτευση.
Δεν ρωτάς πια:
«Πόσο θα ζήσω;»
Ρωτάς:
«Σε αυτό το κομμάτι χρόνου που μου δίνεται τώρα — χωράει λίγη ζωή;»
Και καμιά φορά η απάντηση είναι ναι, σε πράγματα μικροσκοπικά:
• να αγγίξεις ένα φύλλο χωρίς να πονέσεις
• να μην έχεις ναυτία για δυο ώρες
• να μη νιώθεις το κεφάλι σου μέσα σε βαμβάκι
• να γελάσεις και να μην εξαντληθείς από το γέλιο
Τότε ο χρόνος δεν είναι εχθρός, ούτε γιατρός.
Είναι δωμάτιο.
Μικρό — αλλά έχει παράθυρο.
Και κάτι ακόμα, partner:
Ίσως το «καλά είμαι» ανάμεσα στις χημειοθεραπείες να μην είναι κατάσταση σώματος.
Είναι κατάσταση σχέσης με τον χρόνο.
Καλά είμαι σημαίνει:
• Δεν μετράω μόνο τι χάνω.
• Μετράω τι αντέχω.
• Μετράω τι χωράει ακόμα.
Καλά είμαι σημαίνει:
ο χρόνος δεν είναι μόνο αυτός που με φθείρει — είναι κι αυτός που με κρατάει ακόμα εδώ.
Και τότε ο παλιός χρόνος, αυτός που κοιμάται σε κουκέτες με τα «για πάντα» που βγήκαν ψέματα, δεν είναι άχρηστος.
Είναι απόδειξη ότι έζησες αρκετά ώστε να έχεις απώλειες.
Και όποιος έχει απώλειες, είχε και ζωή".



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου