Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΕΧΕΙ ALTZHEIMER

Να την! Περιμένει έξω από το 4All Ήθελε να φωνάξει το όνομά της αλλά ποτέ δεν το θυμόταν. Συνήθως μιλούσαν η μία στην άλλη χωρίς να χρησιμοποιούν όνομα. Η μία στην άλλη. Ήταν φίλες. Από παλιά; Ποιος ξέρει; Ποιος ξέρει τι είναι το «παλιά» όταν ο χρόνος είναι μια ατέλειωτη ευθεία από μέρες που πηγαινοέρχονται συχνά ανακετεμένες, από πρωινά και βράδια και ενδιάμεσα τηλεόραση και χάπια. Με ασταθή βήματα πέρασε το δρόμο διπλής κατεύθυνσης χωρίς να δώσει σημασία σε τίποτε άλλο παρά μόνο στο πρόσωπο της φίλης της που την περίμενε κι έκανε νοήματα με τα χέρια και φώναζε κάτι αλλά δεν μπορούσε ν ακούσει τι. Δεν φορούσε και το ακουστικό, ντρεπόταν να πει στην κόρη της ότι το είχε χάσει κι αυτό όπως και τόσα ακόμη που είχε χαμένα και θολά μέσα στο μυαλό της ή ο,τι τέλος πάντων η κόρη της –πώς τη λένε να δεις…-ό,τι είχε απομείνει από αυτό. Άκουσε ένα παρατεταμένο εεεεεε μια στριγκλιά που ενώθηκε με τα φρένα του λεωφορείου Είδε μια πελώρια ρόδα σα την μυλόπετρα που είχε ο μύλος στο χωριό και μετά κοίταξε επάνω τον ουρανό. Είχε γκρι σύννεφα μαζεμένα βαριά. Η μάνα της φώναξε: «Μαρία έλα μέσα έρχεται μπόρα» κι εκείνη υπάκουη όπως πάντα στράφηκε στην είσοδο του σπιτιού. Είχε αρχίσει να κάνει κρύο.
Ο οδηγός κατέβηκε βρίζοντας. «Μην κατέβει ακόμη κανένας κάτω», φώναξε στους επιβάτες. Τα μισοβαμμένα ξανθά μαλλιά μιας γιαγιάς εξείχαν από το δεξί μπροστινό λάστιχο του λεωφορείου. Το σώμα της και το μισό της κεφάλι βρίσκονταν κάτω από τη βαριά ρόδα. Κανείς δεν θέλει μια εκτενέστερη περιγραφή. Η κυκλοφορία είχε σταματήσει. Ο αυτόκλητος τροχονόμος ήταν ο ιδιοκτήτης του 4all Αυτός είχε πιάσει τις γιαγιάδες δυό τρεις φορές να βουτάνε γαριδάκια και φιστίκια από το μαγαζί του, αλλά έκανε τα στραβά μάτια γιατί είχε μια μάνα στο χωριό στην ηλικία τους με άνοια. Ο ίδιος τούς είχε βγάλει το παρατσούκλι «η συμμορία με το Altzheimer». Στην κόρη της μιάς την Γεωργία που ήταν πελάτισσα, δεν είχε πει τίποτε. Τι να πει; Το μάτι της γυάλιζε κάθε φορά που αγόραζε τσιγάρα για τη μάνα της ». Ένα πακέτο τσιγάρα από αυτά τα κόκκινα», έλεγε ξερά χωρίς ούτε μια καλημέρα και κοιτούσε με το πλάι των ματιών της τη γιαγιά που την ακολουθούσε πάντα ένα βήμα πιο πίσω, ποτέ πλάι. «Ε, ρε φίλε λίγο τόχεις; Η γυναίκα έχει καρκίνο και έχει και τη μάνα της με άνοια. Μια μικρή σύνταξη παίρνει η γιαγιά κι όταν έκαναν αίτηση για επίδομα η επιτροπή αποφάσισε ότι έχει φουλ αναπηρία, ότι πρέπει να έχει συμπαραστάτη ή κάτι τέτοιο γιατί δεν μπορεί να κάνει τίποτε μόνη της, αλλά δεν δικαιούται επίδομα» «Γιατί;» «Κανείς δεν ξέρει. Ούτε τής απάντησαν τής Γεωργίας . Τής είπαν μόνο εάν θέλει να κάνει ένσταση ή να κάνει ξανά αίτηση» «Ε, ας κάνει ρε συ κρίμα είναι» «Ναι αλλά στο μεταξύ αρρώστησε η κοπέλα. Και περιμένει ακόμη –δυό χρόνια τώρα τη σύνταξή της- Πού να βρει λεφτά και χρόνο να τρέξει; Δεν υπάρχει κανένας άλλος» «Κράτος σού λέει μετά» Όλα τα ξέρει πάντα ο ιδιοκτήτης ενός πολύ-ψιλικατζίδικου που μένει όλη την ημέρα σχεδόν ανοιχτό. Έτσι κι ο Χρήστος που έκανε παρέα με το Νίκο που είχε το σουβλατζίδικο στη γωνία, στο οποίο πήγαιναν όλοι όχι μόνο από αυτή τη γειτονιά , αλλά και από άλλες γιατί ο Νίκος ήταν μάστορας. Κι όχι μόνο στον γύρο, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα.
Η Λίλα είναι άστεγη, ή δεν είναι… Η Λίλα προσπαθεί να περάσει μέσα από το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί. Το ΕΚΑΒ είχε κλείσει τη σειρήνα. Ποιος βιάζεται να μεταφέρει έναν νεκρό; «Αφήστε με Είμαι φίλη της. Είμαι η φίλη της» Είμαι η μοναδική της φίλη ήθελε να πεί ,αλλά κι αυτές τις λίγες λέξεις με κόπο τις κατάφερε. Λέξεις και φράσεις όλα ένα σαν το σώμα της Μαρίας κάτω από τη σακούλα. Μα εκείνη σπρώχνοντας με μανία κατάφερε να χώσει μέσα από αυτήν τα τυρογαριδάκια της. Το πρωινό τους! Αυτό που βούτηξε για χάρη της από το ψιλικατζίδικο. Για να το φάνε μαζί στο παγκάκι του πάρκου μπροστά από την παιδική χαρά και να χαζογελάνε με τα παιδάκια που παίζανε. Εκείνη χαζογελούσε δηλαδή σα νάταν συνομίληκή τους γιατί η Λίλα σκεφτότανε πώς θα έφευγε από το χωρίς ηλεκτρισμό ισόγειο κατάστημα που την φιλοξενούσε περιστασιακά μια κυρία από τη γειτονιά. Δεν ήταν πάντα έτσι. Δεν θα ήταν έτσι εάν η Λίλα τα είχε σκεφτεί καλύτερα. Αλλά βλέπεις είχε πάθος με τον τζόγο. Τα χρόνια τα παλιά –πόσα χρόνια αλήθεια; Σε μια άλλη ζωή;- είχε καλή δουλειά. Φασονατζίδικο Την χρυσή εποχή των φασόν της Θεσσαλονίκης. Τότε που έπαιρναν δάνεια αβέρτα κι έκαναν εξαγωγές φτηνά ρούχα που ράβονταν σε υπόγεια μέρα-νύχτα από τέσσερα ή έξι το πολύ χέρια που έπαιρναν φωτιά πάνω στις γαζωτικές μηχανές, καμιά φορά με μερικά δάχτυλα γαζωμένα κι αυτά μέσα στη βιασύνη, αλλά κι αυτό είναι άλλο θέμα. Έβγαζε καλά λεφτά η κυρία Λίλα. Και τα τρωγε όλα στο καζίνο που άνοιξε γι αυτόν το σκοπό. Μέχρι που ήρθε η κρίση. Η μάνα της αρρώστησε βαριά. Τα χρέη στα ασφαλιστικά ταμεία μαζεύονταν βουνό και δυό γαζώτριες φίλες της την πήγαν στο δικαστήριο για τα δεδουλευμένα και τις ασφαλιστικές εισφορές. Τάχασε όλα. Το τελευταίο διάστημα έμενε σε ένα υπόγειο στη γειτονιά αλλά δεν πλήρωνε το νοίκι και η ιδιοκτήτρια την πέταξε έξω. Πήρε τα συμπράγκαλά της λοιπόν και έμεινα 8 μήνες μέρα νύχτα σ ένα παγκάκι. Εκεί γνώρισε τη φίλη της τη Μαρία. Στο παγκάκι μπροστά στο πάρκο που έπαιζαν τα παιδιά. Τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. Ένιωθε το κρύο στα κόκκαλά της. Αυτό το μπουφάν που φορούσε είχε λιώσει πια . Τής είπαν ότι δικαιούται σύνταξη ανασφάλιστου υπερήλικα, αλλά δεν είχε κανέναν να τη βοηθήσει να τη βγάλει. Μια φορά ξεκίνησε να πάει στην Πρόνοια στο Βαρδάρη με τα πόδια. Είχε δύο ευρώ στην τσέπη και δεν ήξερε αν έπρεπε να πάρει εισιτήριο ή μια τυρόπιτα. Τελικά γύρισε πίσω και κάθισε στο παγκάκι περιμένοντας να έρθει η ώρα για να πάει να πάρει φαγητό από το συσσίτιο της Εκκλησίας Δεν θα ξαναπήγαινε να κλέψει γαριδάκια για να δώσει στη φίλη της. Δεν θα ξαναπήγαινε πουθενά. Ούτε στο υγρό σκοτεινό μέρος που κοιμόταν τα βράδια. Κάθισε στο παγκάκι τους. Έγειρε το κεφάλι της και είδε τα σύννεφα να υποχωρούν. Έβγαινε πάλι ο ήλιος. Τα αυτιά της γέμισαν από τα γέλια των παιδιών. Καθώς μετέφεραν το φορείο στο νεκροτομείο, οι τραυματιοφορείς πρόσεξαν ότι πίσω τους είχαν αφήσει μια γραμμή από κίτρινα γαριδάκια. Τα περιστέρια είχαν ξεκινήσει το τσιμπούσι. «Από πού έπεσαν αυτά;» Κοίταξαν κι οι δυο το φορείο. Κάτω από τις ρόδες του ήταν πεταμένο ένα σακουλάκι με γαριδάκια. Σταμάτησαν για λίγο έξω από την είσοδο και ξέσπασαν σε γέλια. «Άντε πάμε Νεκροτομείο». Το σύνθημα δόθηκε και μπήκαν στο ανσασέρ για τα φορεία .Μέσα από τη σακούλα ό,τι είχε μείνει από τη Μαρία έκανε πρόβα σε ένα τελευταίο παγωμένο χαμόγελο. Το κείμενο στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Στόχος του δεν είναι μια λογοτεχνική αφήγηση, αλλά μία ακόμη υπενθύμιση χωρίς κραυγές, χωρίς θυμό, ίσως με μια απόπειρα χιουμοριστικής και ανάλαφρης προσέγγισης, των προβλημάτων που βιώνουν καθημερινά οι πάσχοντες από άνοια και οι φροντιστές τους. Επιλέγω συνειδητά το ρήμα βιώνω κι όχι αντιμετωπίζω και το μόνο που θα επιθυμούσα εάν διαβάσετε το κείμενο μέχρι τέλους είναι να προσπαθήσετε για μερικά δευτερόλεπτα να έλθετε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Κρίνοντας από τα στοιχεία για τους πάσχοντες με altzheimer στην Ελλάδα, κάτι τέτοιο δεν θα σάς ήταν δύσκολο. Και σας ευχαριστώ προκαταβολικά γι αυτό

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΘΑΜΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ ΤΗΣ ΒΕΡΓΙΝΑΣ

ΧΥΣΑΜΕΟΛΟΙ: ΜΕΤΡΩΝΤΑΣ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

ΟΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ΑΝΤΙΗΡΩΕΣ